Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

[:ένα δέντρο δεν υπάκουσε στον άνεμο]


~~~

τι είναι αυτό που μας χωρίζει, φορεσιά μου Κουλουριώτικη;

μια ακτογραμμή

ένας συνοριοφύλακας;

μία ήπειρος;

όχι

ένα δέντρο μας φράζει το βλέμμα

μια χαρουπιά που δε θέλει να είναι

λίγο πιο πάνω «από το έρμο χωράφι εκεί στη Σαλαμίνα»

και δε θέλει να είναι

γιατί φέρει το στίγμα της γερμανικής κατοχής

που τόσες χαρουπόπιτες πικρίζανε τα χείλη πεινασμένων

κι οι βίσονες στραβοκατάπιναν

και τα φυτίλια ψήλωναν

κι η γη ρουθούνιζε στα ρήγματα

 

σάμπως φύτρωσε και τίποτε τη βαρυχειμωνιά του έτους 1941

στην ελληνική γη;

μόνο αυτή η χαρουπιά που δε θέλει να είναι

όμως πως γίνεται κάτι που δε θέλει να είναι

να χωρίζει τόσο βίαια την υπόσταση των άλλων;

 

κοίτα πώς περηφανεύονται για τη δουλειά τους

τα τζαμωτά χωρίσματα

στα μπαλκόνια των αθηναϊκών πολυκατοικίων

 

δήμιοι στα νεοκλασσικά

τίμιοι στα υπόγεια

αντιλαμβάνεσαι το ανάποδο δέντρο;

 

ο μαέστρος της καμεράτας όταν ερωτεύεται

ακούει κλαίγοντας Ρίτα Σακελλαρίου

αντιλαμβάνεσαι το ανάποδο δέντρο;

μπάσανε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη σε κωλόμπαρο

για να σπάσουνε πλάκα

 

είπα πλησίασε, Μαρτύριο της δίψας μου

πες πως μ' αγαπάς ή χάσου από μπροστά μου

πες πως με ποθείς ειδάλλως κοίτα πάνω

να σε πνίξω τώρα στον κολπίσκο της παλάμης μου

 

αν βέβαια σε είχα κοντά μου

γιατί σε ακούω μια χαρά

μα δε βλέπω τη μορφή σου

η Κρήτη είσαι;

 

μπορείς και μπαίνεις στα ρουθούνια μου

είσαι τ' αεράκι που στρέφει τον κόρφο της κυπάρισσου

μα δε βλέπω τη μορφή σου

η Αρκαδία είσαι;

 

γλείφω τα χείλια μου και γεύομαι το αλάτι

με τσούζουν οι πληγές παντόκορφα

μα το κύμα δε μου απαντάει

πες μου,

είσαι η θέα απ' το Σούνιο;

 

οσμίζομαι το άρωμα που αφήνουν τα φτερά σου πίσω

σ' έχω δει να τα βουτάς σε δακρέλαιο πριν απ' τον ύπνο

μα δεν τηράω τώρα τη μορφή σου

που γκεζεράς;

μήπως κρύβεσαι στον Υμηττό;

 

αχ και να ξερα σε ποια χίμαιρα να χυμήξω

γιατί με τιμωράς

φοβάμαι μη σε χάσω χωρίς να σ' έχω καν

έχω τρελαθεί;

τι γουέστερν με οπλοαπαγόρευση είναι ετούτο;

δε βοηθάει και η ζέστη σε τούτο τον αλλόκοσμο

και πόσο με αηδιάζει ο ιδρωμένος ίσκιος του θεού

 

μη μ' ακουμπάς

φύγε από δίπλα μου

έχε με ανάγκη σε εκπλιπαρώ

δε θέλω να σε δω

θέλω να σε κοιτάξω

 

όταν σε κοιτάζω

όλα τα δέντρα ψηλώνουν ένα πόντο

καταλαβαίνεις;

 

είπα πλησίασε κι απάντησέ μου

πες μου έστω πέθανες

πως ρίχτηκες απ' την ταράτσα του ιδρύματος Ωνάση

πως οι καμπάνες που χτυπούν στο Λουμπαρδιάρη τώρα

είναι για το δικό σου το κουφάρι

θα σε πάρει ο διάολος άμα πεθάνεις

 

είπα πλησίασε, Εθνοσυνέλευση των άστρων μου

και εκθρόνισε για τα καλά από το μυαλό

τον προσωπικό σου θάνατο

να τα ξεχάσεις τα ψηλά βουνά

αφού τώρα έγινε κι ας το παραδεχτούμε

θα καταστραφούμε και οι δυο σε τούτο το each other

 

οι εαυτοί μας συγχωνεύτηκαν σαν τάφο μες τον τάφο

μη με ρωτάς γιατί, κωμόπολη Ασώματη

το μόνο που κατέχω πως

σε τούτο το each other θα μας θάψουνε μαζί

 

εγώ κι εσύ

συγκροτούμε νέο πολίτευμα στη χώρα των νεκρών

 

 

γιατί η αγάπη μας μόνο με θάνατο αποδεικνύεται

 

και το χάδι μας μόνο στην ασφυξία ζει

 

και το βλέμμα μας μόνο στο σκοτάδι λάμπει

 

και το πνεύμα μας μόνο μια Κοιμωμένη το αγρυπνά

 

πάμε τώρα να ψάξουμε τον αρχιτέκτονα

 

τονε λένε Χαλεπά

 

κρατάει το καλέμι του συντάγματός μας

 

πάμε να τον αναστήσουμε με φωνήεντα θανάτου

 

κείνου του κριαριού που σφάχτηκε μέσα στο κρυφό σχολειό

 

ο θάνατος τα παίρνει τα γράμματα

 

γρήγορα, γρήγορα, αίμα μου σκοτωμένο

 

γιατί θα χρειαστούμε σύντομα,

 

τάφο οικογενειακό


~~~
:σαμψών ρακάς

 
          
Ρα0ύλ ας εξηγηθούμε: «Το μίσος μεταξύ της φωτιάς / και της θαλάσσης γέννησε την πλάση μου / ποια από τις δύο / θα πάρει σύμμαχο τον άνεμο / κρατά την πλάση στη ζωή». Δεν έχουμε άλλο τρόπο. Είμαστε σαν τη δροσιά που πέφτει στον κάμπο κι ἀπέκει την παίρνει ο ήλιος . Για κάμε - για νίκησε τώρα- γιατί είναι η στερνή σου – Αύριο θα μας έχουν πια ανεβασμένους στα μιξκλάουντς ~ θαμμένους σε τούτα τα ανοιξήγητα each other. Ο Ού)τις δέχεται;
(eπανάληψη της ραδιοφωνικής μεταφορας του ιβέντ http://ypokeimeno.com/hmerologio-selida-noymero-tria/ aπόψε λίγο μετά τις έντεκα e΄δώ: http://www.metadeftero.gr/  -Συντονίσου ανάγωγα - Ποιος πόλεμος  ρωτάει αν επιτρέπεται να περάσει; ))  
                                                                                                                                                             
 

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

[:προς μιαν εμπράγματη ποίηση]

 

[..]

γιατί μόνο εσύ το έμαθες πως

σ’ άφησα να το μάθεις πως

 ο υψωμένος δείκτης του χεριού μου

 ποτέ δε θέλησε να δείξει τόπο

 να γίνει ο ίδιος τόπος προσπαθούσε

 για τούτο πάσχιζε μονάχα

 τόπος προσγείωσης της πεταλούδας, Ερχομέ μου

[..] 


Τ]ου πουλιού ο εγκλεισμός δε νομιμοποιείται πουθενά στο σύμπαν / εκτός από ένα μέρος που αυτοαποκαλείται γη / όμως εσύ / είσαι το μπαλκόνι της γης μου». Δεν υπάρχει πια σκάλα ή συγκυρία  - η συγκυρία τράβηξε τη σκάλα καί μείναμε με την ώρα των προφητών. Χαρτογραφώντας την έρημο της εμπειρίας aπόψε λίγο μετά τις έντεκα ο Ra0ul Penman - διακείμενος «ελαφρώς λοξά προς το σύμπαν» - παρουσιάζει το ιβέντ: http://ypokeimeno.com/kalemi-sta-dontia/ του σαμψών ρακά. Μια κατάθεση προφορικού λόγου η οποία συνδέει τη διάχυτη απόγνωση της πόλης με την απώλεια του κέντρου της. Στην ουσία -κόκκινο φύλλο μέσα στο τόξο-                                                                                                                                                                        (επανάληψη μιας εκπομπής μύησης σε μια υπόθεση παρασκηνίου της προηγούμενης τρίτης -μιας μέρας που η μικρή αλήθεια έφερνε μαζί της την αλήθεια ολόκληρη - e΄δώ:  http://www.metadeftero.gr/)))

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

[Πάσα Ανάσα]


μη μιλάς• σταμάτα λίγο. έχεις ακούσει πώς αναπνέει η

θάλασσα; έχεις πέσει μέσα σε γκρεμό ανθρώπου; το κόκκινο

έχεις καταφέρει να το μυρίσεις; σε έχει ερεθίσει θρήνος; έχει

πεταχτεί απογευματινός ήλιος μέσα από τη τσάντα σου;

έχεις πρωτοφιληθεί σε κτελ; έχεις μαραζώσει γιατί μπαίνει η

άνοιξη; έχεις κλάψει χωρίς μάτια; έχεις παρακαλέσει τη σκιά

σου να σταματήσει να είναι τόσο γρήγορη;

έχεις αλληλομισηθεί με ποίημα;

έχεις απαντήσει στις φωνές; τον θόρυβο, έχεις

προσπαθήσει να τον σφάξεις; τον θόρυβο, τον θόρυβο, τον θόρυβο τον

θόρυβο, τον θόρυβο

                                  
                                                                                    εγώ

που πριν ξαπλώσω

γεμάτος αποσπάσματα

θα κλείσω

το παράθυρο

να φυλακίσω

το μακέλεμα,

να γίνω τελετάρχης

του μνημοσύνου

του θαύματος

δε γνωρίζω ποιος είμαι

τέσσερις και είκοσι πέντε προ μεσημβρίας
 
(θραύσμα από το πρώτο μεγάλο ποιητικό σχεδίασμα του Γιώργου Δομιανού
«Πάσα Ανάσα», εκδόσεις http://ypokeimeno.com/ , κυκλοφορία νούμερο 4)

video

Μία συν μία οι νύχτες – Μία συν καμία οι αγέλες. Το αλύχτισμά μας: ντεπόν. Και σαν φεγγάρι: ντεπόν. Αναλφάβητος μπροστά στα φυλλώματα της λεύκας απόψε ο Raoul_Penman πλησιάζει το θρίαμβο ενός πρωτόπλαστου και με τα δυο του χέρια παραμερίζει τη μήτρα για να απολήξει στο φως του καινούριου βιβλίου του Γιώργου Δομιανού «Πάσα Ανάσα» από τις εκδόσεις Υποκείμενο. Βιβλίο που ως ένα άλλο Άσμα Ασμάτων -που δεν του λείπει ο οργασμός- θέτει τα ερωτήματα ως άνθρωπος και ψάχνει τις απαντήσεις σκυλίσια στα χνώτα των φοιτητριών στη σόλωνος, στον ιδρώτα των αγοριών μετά την μπάλα στους αμπελοκήπους, στα κοιτάγματα – σ΄όλα τα κοιτάγματα, που αστόχησαν, που χάθηκαν,  παρερμηνεύτηκαν, τιμωρήθηκαν, ξεπέσανε και βάλτωσαν στην επαρχία των παρενθέσεων που δεν κλείσανε ποτέ. Ανταπόκριση μέσα από τη χώρα των σκύλων λίγο μετά τις έντεκα ε΄δώ:http://www.metadeftero.gr/


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

[:Φῶς στα πέταλα*]



 Πλεύση πάνω σε μια μικρή οικογένεια λέξεων σαν σε σχεδία χωρίς εφόδια προς τη λίμνη.

 

η πνευματική ζωή δεν είναι άλλο

 

από μια ατέλειωτη σειρά ταπεινώσεων

 

από κατωτέρους σου -

 

αυτό είναι το χώμα της

 

γιατί το πνεύμα που είναι η ανώτερη κατάσταση της ύλης

 

θέλει χώμα -
                        (Θραύσμα από το ΣΥΣΣΗΜΟΝ ἤ Τά Κεφάλαια του Νίκου Παναγιωτόπουλου)
 
Υπάρχει ένα μονοπάτι στην παράδοση που λέει πως όποιος ξέρει δεν μπορεί να διδάξει. Με αυτά τα δεδομένα ό,τι δεν είναι σπαραγμός μέσα στο νόμο χάνει γρήγορα το νόημά του και αυτό είναι μια αληθινή θέση τάξης που πρέπει πάσῃ θυσίᾳ να κρατηθεί.  Απόψε ο Raoul_Penman με τη βοήθεια του Νίκου Παναγιωτόπουλου θα πει ιστορία για λίμνη όπου φυλάγεται το παγκόσμιο κλάμα. Θα μπει δηλαδή στην περιοχή όπου το να μη βρίσκεις λέξεις να ομολογήσεις την αλήθεια είναι συνώνυμο με τη σωτηρία της ψυχής (ὁ καθένας στέκει στόν ἥσκιο τῆς συκιᾶς καί τῆς κληματαριᾶς του).Φως από την περιφέρεια – Σκοτάδι από το κέντρο. Το φως διπλασιάζεται από τη νύχτα. Η νύχτα της βαθιάς  ρίζας – παντοτινή. Βρές τα με το δαίμονα σου και συντονίσου λίγο μετά τις έντεκα e’δώ: http://www.metadeftero.gr/ (*Πρόταση: Μία σειρά εκπομπών για ένα ποίημα. Μία σειρά εκπομπών για το «Σύσσημον»)
 

 

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

[ΣΥΣΣΗΜΟΝ ἤ Τά Κεφάλαια]





Ὑπάρχουν δυό θάλασσες

καλιοῦνται φύση ἡ μιά πνεῦμα ἡ ἄλλη

καί δέ μοιάζουν - ἐξόν που εἶναι θάλασσες

καί πάρεξ πού ἑνώνονται.

Ἐκεί πού ἑνώνονται γεννιέται ἡ ἀνθρωπότητα

ἂν φτάσει

καθώς  γιά κεῖ  ἀρμενίζει ἀγέννητη.

Ἀρμενιστές πού φτάσαν στήν ἓνωση διηγιοῦνται ἱστορίες

πώς ὣς κι ἡ φύση παύει να εἶναι φυσική

προκειμένου να γίνει ἡ ἓνωση

πώς ὣς κι ἡ φύση δέχεται νά μή μοιάζει αὐτό πού εἶναι

γιά να γίνει ἡ ἓνωση.

Ἐκεῖ  πού ἑνώνονται φτιάχνεται μιά λίμνη μέσα στη θάλασσα.


                       (Θραύσμα από το ΣΥΣΣΗΜΟΝ ἤ Τά Κεφάλαια του Νίκου Παναγιωτόπουλου)





Είναι το "Σύσσημον" (αυτό που σημαίνει το ίδιο για σένα και γιά μένα, το συμφωνημένο σημάδι) ἥ "Τα Κεφάλαια" του Νίκου Παναγιωτόπουλου το νέο «Κουτσό»; Μια εσωτερική ανταρσία φαίνεται πως αναδύεται σιγά- σιγά με τον Ραούλ στο βάθος να νιαουρίζει από μέσα του. Για το κεφάλαιο που τέλειωσε η φλέβα ευχαριστεί την αρτηρία. (Έκφραση δάνεια από επιστολή και μια επανάληψη λίγο μετά τις έντεκα e΄δώ: http://www.metadeftero.gr/ ))

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

μια παρατεταμένη παύση -

         η παραπάνω παύλα δεν είναι παύλα
         είναι ξόβεργα ή χαραματιά από δοξάρι
         δεν θυμάμαι, ψάχνομαι:
         διαβατήριο, κινητό. μικρός φάκελος.
         τίναγμα στ΄ακροδάκτυλα. σε θηλυκή,
         παράξενα οικεία γραφή,
         ένα όνομα· ανοίγω:
 
         αυτό


υ.γ μη με μαλώνεις - καλά χριστούγεννα
 

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

To κουτσό: Als das kind kind war



Σαν ήταν το παιδί παιδί,

περπάταγε και κούναγε τα χέρια,

ήθελε να'ταν το ρυάκι ποταμός,

ο ποταμός να'τανε χείμαρρος,

και τα λασπόνερα αυτά να'ταν η θάλασσα.

 



Σαν ήταν το παιδί παιδί,

δεν ήξερε πως είν' παιδί,

όλα γι'αυτόν είχαν ψυχή,

και οι ψυχές ήτανε όλες ένα.

 

 
 

Σαν ήταν το παιδί παιδί,

για τίποτε δεν είχε γνώμη,

συνήθειες δεν είχε,

συχνά καθόταν σταυροπόδι,

κι άρχιζε ξαφνικά να τρέχει,

είχε τσουλούφι στα μαλλιά

κι όταν το φωτογράφιζαν δεν έκανε φατσούλες.

 


 

Σαν ήταν το παιδί παιδί,

γι' αυτές τις ερωτήσεις ήταν η ώρα:

Γιατί είμαι εγώ εγώ και όχι εσύ;

Γιατί είμαι εγώ εδώ και όχι εκεί;

O χρόνος πότε άρχισε κι ο χώρος πού τελειώνει;

Mήπως δεν είναι παρά όνειρο η ζωή κάτω απ' τον ήλιο;

Mήπως αυτά που βλέπω, ακούω κι οσμίζομαι

δεν είναι παρά το είδωλο ενός κόσμου πριν τον κόσμο;

Στ' αλήθεια υπάρχει το κακό, και άνθρωποι

που είναι πραγματικά κακοί;

Πώς γίνεται εγώ, αυτό που είμαι εγώ,

να μην υπάρχω πριν να υπάρξω,

και κάποτε εγώ, αυτό που είμαι εγώ,

αυτό που ήμουν να μην είμαι πια;

 



Σαν ήταν το παιδί παιδί

σπανάκι κι αρακάς και το βραστό το κουνουπίδι

του στέκαν στο λαιμό

και τώρα όλα αυτά τα τρώει, κι όχι μονάχα στην ανάγκη.

 

 

Σαν ήταν το παιδί παιδί,

ξύπνησε μιά φορά σ' ένα κρεβάτι ξένο

και τώρα όλο έτσι γίνεται,

πολλοί του φαίνονταν τότε όμορφοι

και τώρα μόνο λίγοι, κατά τύχη,

έβλεπε καθαρά έναν παράδεισο

και τώρα το πολύ να τον φαντάζεται,

το Tίποτα τίποτα δεν του έλεγε

και τώρα αναρριγάει μπροστά του.

 


 

Σαν ήταν το παιδί παιδί,

ενθουσιαζόταν όταν έπαιζε,

έτσι ακριβώς και τώρα, όπως τότε, μα μονάχα

όταν αυτά τα έτσι είναι η δουλειά του.

 

 

Σαν ήταν το παιδί παιδί,

για φαγητό του'φτανε μήλο και ψωμί,

κι ακόμα έτσι είναι.

 

 

Σαν ήταν το παιδί παιδί,

μόνο σαν μούρα του'μοιαζαν στα χέρια του τα μούρα

και τώρα ακόμα το ίδιο,

τα φρέσκα τα καρύδια του'γδερναν τη γλώσσα

και τώρα ακόμα το ίδιο,

σ' όποιο βουνό και να βρισκότανε

ποθούσε ακόμα πιο ψηλό βουνό,

σε κάθε πάλι πόλη

ποθούσε πόλη ακόμα πιο μεγάλη,

κι ακόμα το ίδιο νοιώθει,

λαχτάραγε να βρει κεράσια στην κορφή του δέντρου

όπως και σήμερα ακόμα,

ντρεπότανε τον κάθε ξένο

κι ακόμα έτσι νοιώθει,

περίμενε το πρώτο χιόνι,

κι ακόμα έτσι περιμένει.

 

 


Σαν ήταν το παιδί παιδί,

ένα μπαστούνι έριξε στο δέντρο σαν ακόντιο,

που τρέμει εκεί και σήμερα ακόμα.

 
Απόψε λίγο μετά τις έντεκα ο raoul_penman σε μια θρυμματισμένη απόπειρα ραδιοφωνικής απόδοσης του αψεγάδιαστου ποιήματος "Als das kind kind war" του Πέτερ Χάνκε. Συντονίσου e΄δώ: http://www.metadeftero.gr/